Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

ΜΟΙΡΑΙΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ




Του Στρατηγού ε.α. Δ. ΣΚΑΡΒΕΛΗ

Ακαδημαϊκού – Επιτίμου Αρχηγού ΓΕΕΘΑ

  (Συνέχεια από το προηγούμενο τεύχος)


Αλλά και οι κατά καιρούς Στρατιωτικές Ηγεσίες έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την τραγωδία που έπληξε το Έθνος. Στα δύο περίπου έτη πολεμικών επιχειρήσεων (1920-1922) εγράφησαν απαράμιλλες σελίδες ανδρείας και ηρωϊσμού από μέρους των Ελλήνων αξιωματικών και οπλιτών οι οποίοι επέτυχαν περιφανείς νίκες τα πεδία των μαχών. Μέχρι τον Αύγουστο του 1922, όταν εξεδηλώθη η τουρκική επίθεση, ο Έλληνας μαχητής δεν είχε γνωρίσει ήττα επί του πεδίου της μάχης. Εδώ ισχύει το λεγόμενο ότι… «ένας στρατός ημπορεί να κερδίσει όλας τας μάχας, αλλά να χάσει τον πόλεμο». Και πράγματι εκέρδισε ο ελληνικός στρατός όλες τις μάχες, αλλά αυτό δεν επέφερε το πέρας του πολέμου, διότι δεν είχε επιτευχθεί ο πολιτικός σκοπός του, η συνθηκολόγηση του Κεμάλ, έως ότου αντεστράφησαν οι όροι υπέρ των Τούρκων.

            Η στρατιωτική ηγεσία ώφειλε λοιπόν να υποδείξει στην κυβέρνηση ή, όπως εξελίσσοντο τα πολιτικά πράγματα, να υποδεικνύει στην εκάστοτε κυβέρνηση, με ειλικρίνεια και με αδιάσειστα στοιχεία, με παρρησία και πειστικότητα, την πραγματική στρατιωτική κατάσταση και τα όρια των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Αυτή η υποχρέωσή της, διότι περί υποχρεώσεως πρόκειται, φαίνεται ότι δεν εκπληρώθηκε στο βαθμό που έπρεπε. Είτε από υπερεμπιστοσύνη, είτε από λανθασμένες εκτιμήσεις για τον αντίπαλο, η Στρατιά Μ.Α., όπως και η κυβέρνηση, φαίνεται ότι σύρθηκε σε επιχειρήσεις, χωρίς να έχει σταθμίσει όλους τους παράγοντες και το επόμενο βήμα. Και αν αυτό στην πολιτική μπορεί να συμβαίνει, διότι τα όριά της είναι ευρύτερα και λιγότερο προσδιορίσιμα, στο στρατιωτικό πεδίο τα πράγματα είναι μετρήσιμα, συγκρίσιμα και πάντως τίποτε δεν επιτρέπεται να αφήνεται στην τύχη. Και από τις δύο πλευρές έλειπε σε κάποιες κρίσιμες στιγμές η αποφασιστικότητα και η αποδοχή του μικρότερου κακού, ως καλύτερου από ένα μεγάλο πλήγμα. Το περίεργο είναι ότι δεν φαίνεται να απασχόλησε ποτέ τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγήτορες το θέμα της διατήρησης των καταλαμβανομένων εδαφών, διότι το λεγόμενο….. «να διατηρήσεις είναι δυσκολώτερο του να κατακτήσεις» είναι απολύτως ορθό. Και είναι βέβαιο ότι αν προχωρούσε η Στρατιά Μ.Α. σε βάθος – όπως και έπραξε περνώντας και τον Σαγγάριο ποταμό – χωρίς να επιτύχει τη συνθηκολόγηση, από μόνη της θα εξαναγκαζόταν να εγκαταλείψει το κτηθέν έδαφος, μη δυναμένη να το διατηρήσει, όπως και έγινε.

            Όπως έχει ήδη γραφεί, αντί η Στρατιά Μ.Α. να επιχειρήσει κατά του Κεμάλ, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (Αύγουστος 1920) ή και αμέσως μετά τις εκλογές, ο προεκλογικός πυρετός και η μετεκλογική ρευστότητα την άφησαν αδρανούσα. Έτσι παρεχωρήθη χρόνος στον Κεμάλ να εδραιωθεί στο εσωτερικό. Εκμεταλλευθείς τη Συνθήκη την οποία και δεν αναγνώρισε, καταφέρθηκε κατά του υπογράψαντος αυτήν Σουλτάνου και με την κατ΄αυτού κατηγορία ότι συμφώνησε για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κέρδισε την εμπιστοσύνη των Τούρκων. Δια πυρός, σιδήρου και αγχόνης εθεμελίωσε το κράτος του στην Άγκυρα, μακριά από τη σουλτανική πρωτεύουσα, την Πόλη. Πρώτο του μέλημα ήταν η ισχυροποίηση των στρατιωτικών δυνάμεών του, διότι αντιλήφθηκε ότι μόνο με την «ισχύ» θα μπορούσε να ελπίζει στην εδραίωση του νέου τουρκικού κράτους. Διέβλεψε ότι τη Συνθήκη των Σεβρών δεν θα την υπεστήριζαν οι Σύμμαχοι της Ελλάδος και αφού ανέπτυξε διπλωματική δραστηριότητα επέτυχε και τη βοήθειά τους.

            Έτσι, με σημαντική καθυστέρηση η κυβέρνηση αποφάσισε το Μάρτιο του 1921 να επιχειρήσει κατά των Τούρκων, με όποιες δυνάμεις διέθετε η Στρατιά Μ.Α., προς κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ, στο εσωτερικό της Τουρκίας. Το πρόβλημα από στρατηγικής, αλλά και από πολιτικής πλευράς ήταν η επομένη ημέρα. Διότι και αν καταλαμβάνονταν η προαναφερθείσα γραμμή, αλλά ο Κεμάλ δεν υπέκυπτε στο ζητούμενο, ποιο θα ήταν το όφελος ; Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν κατά τις προβλέψεις. Ο νεοσυγκροτημένος στρατός του Κεμάλ δεν επέτρεψε την επιτυχή ολοκλήρωση του ελληνικού σχεδίου. Η Στρατιά Μ.Α. αιφνιδιάστηκε από την αντίδραση των Τούρκων επί του πεδίου της μάχης, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν αρκούντως πληροφορημένη. Ο τουρκικός στρατός δεν έμοιαζε πλέον προς το στρατό που είχαν αντιμετωπίσει τα ελληνικά τμήματα όταν πρωτοέφθασαν στη μικρασιατική γη και αργότερα, όταν διεξήγαγον επιχειρήσεις προς διεύρυνση των κατεχομένων και έφθασαν μέχρι Νικομηδείας, Προύσσης και Ουσάκ. Πέραν όμως του αιφνιδιασμού, η Στρατιά Μ.Α. δεν είχε πλέον υπέρ αυτής και την υπεροχή δυνάμεων. Το ισοζύγιο είχε αρχίσει να κλίνει υπέρ της Τουρκίας. Από καθαρά στρατιωτικής πλευράς η σχεδίαση είχε και τις αδυναμίες της στο τακτικό πεδίο.

            Από τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921 η Στρατιά Μ.Α. αντιλήφθηκε, ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει χωρίς σοβαρή ενίσχυση των δυνάμεών της. Με πίεση προς την κυβέρνηση επέτυχε την επιστράτευση και άλλων κλάσεων, αλλά και την επιστράτευση των Ελλήνων της Μ.Α. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το διπλασιασμό της δύναμης της Στρατιάς Μ.Α. Αν είχε προηγηθεί ο διπλασιασμός της ισχύος της, θα είχε καταληφθεί η γραμμή Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ και αν δεν συνετρίβετο ο τουρκικός στρατός θα τον κατεδίωκαν αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, προς Άγκυρα, ώστε να μη του δώσουν χρόνο ανάπαυλας και ανασύνταξης. Με τη βραδύτητα όμως της κινητοποίησης, οι επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να επαναληφθούν παρά μετά τρίμηνο, ήτοι κατά μήνα Ιούνιο 1921. Αυτά τα στρατηγικά σφάλματα άπαξ και συμβούν δύσκολα αποκαθίστανται. Τον χρόνο όταν τον χάνεις, κατά αυτόματο τρόπο τον κερδίζει ο αντίπαλος.

            Τον Ιούνιο λοιπόν του 1921, με τη Στρατιά της Μ.Α. ενισχυμένη πλέον, επαναλήφθηκαν οι επιχειρήσεις προς κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ. Η Στρατιά από ελλιπή πληροφόρηση και λανθασμένη εκτίμηση, επίστευε ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα κατέληγαν στην εκμηδένιση του τουρκικού στρατού και το πολύ να προέκυπτε η ανάγκη μιας καταδίωξης προς την κατεύθυνση της Άγκυρας, για την τέλεια αποσύνθεση και των υπολειμμάτων του. Έτσι δεν μελετήθηκε από την Στρατιά η περίπτωση της σκόπιμης υποχώρησης του όγκου των δυνάμεων του αντιπάλου και της διαφυγής τους προς Άγκυρα, προκειμένου να καλύψουν την πρωτεύουσα, ανατολικά του ποταμού Σαγγαρίου.

            Ατυχώς, αυτό που δεν προβλέφθηκε, ώστε να προσχεδιασθεί η απηνής καταδίωξη, αυτό και έγινε. Καταλήφθηκε η γραμμή Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ, αλλά ούτε η εκμηδένιση του τουρκικού στρατού είχε επιτευχθεί, ούτε φυσικά και το ζητούμενο, η συνθηκολόγηση. Από της επομένης η Στρατιά Μ.Α. βρέθηκε έμπροσθεν του διλήμματος να εκστρατεύσει ή όχι προς Άγκυρα. Η κυβέρνηση είχε πλήρως πεισθεί ότι η πολιτική λύση του προβλήματος ήταν πλέον αδύνατη. Η μεταστροφή των Συμμάχων είχε ενισχύσει τη θέση του Κεμάλ. Μετά την ήττα των δυνάμεών του στην Κιουτάχεια και το Εσκή Σεχήρ η εμπιστοσύνη των μελών της Εθνοσυνέλευσης προς το πρόσωπό του είχε αρχίσει να κλονίζεται. Ήταν πλέον βέβαιον ότι δεν θα δεχόταν διαπραγματεύσεις, παρά μόνο υπό τον όρον της αποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων από τη μικρασιατική γη.

            Εφ΄όσον πολιτική λύση δεν υπήρχε, σε σύσκεψη υπό την προεδρία του Βασιλέως Κωνσταντίνου στην Κιουτάχεια, την 15η Ιουλίου 1921, αποφασίσθηκε η προς Άγκυρα προέλαση. Το βάθος της επιχείρησης, η επέκταση των γραμμών εφοδιασμού και υποστήριξης και τα πιθανά ενδεχόμενα εκ της εξελίξεως των επιχειρήσεων δεν είχαν επαρκώς μελετηθεί. Έτσι, οι ελληνικές δυνάμεις αφού διέβησαν το Σαγγάριο ποταμό και έγραψαν απαράμιλλες σελίδες ηρωϊσμού και ανδρείας στις τοποθεσίες Σαπάντζας, Γιλντίζ Νταγ, Πολατλί, Καλέ Γκρότο, Αρντίζ Νταγ, Τσαλ Νταγ, όπου καταδείχθηκε η ανωτερότητα του Έλληνα μαχητή έναντι του Τούρκου, αναγκάσθηκαν να διακόψουν, αφού απέκρουσαν και τη γενική αντεπίθεση των τουρκικών δυνάμεων. Η αντοχή έχει τα όριά της. Ο ελλιπής ανεφοδιασμός και οι απώλειες μαχητών, χωρίς δυνατότητα αναπλήρωσής τους, υπενόμευσαν την αντοχή του στρατεύματος. Και όμως από πολλούς θεωρείται βέβαιον, ότι και η άλλη πλευρά είχε φθάσει στα όρια της αντοχής της. Ο Σπ. Μαρκεζίνης γράφει στην Ιστορία του…. «Διεκήρυσσον απροκαταλύπτως οι αντίπαλοι του Κεμάλ στην Εθνοσυνέλευση ότι η στρατιωτική λύσις ήτο προφανώς ανέφικτος, και κατέληγον να υποστηρίζουν ότι επεβάλλετο να αντιμετωπισθεί με μια συμβιβαστική διπλωματική και πολιτική λύση». Πράγματι, ο Κεμάλ αντιμετώπισε ισχυρή αντίθεση μέσα στην Εθνοσυνέλευση. Στον κρίσιμο αυτό χρόνο, αν η Στρατιά Μ.Α. επέμενε, θα μπορούσε να θέσει πόδι στην Άγκυρα και να επιτύχει την συνθηκολόγηση. Έχει το ελαφρυντικό ότι δεν διέθετε επαρκείς εφεδρείες αν αυτό είναι ελαφρυντικό. Έκτοτε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Η Στρατιά Μ.Α. επέμενε, θα μπορούσε να θέσει πόδι στην Άγκυρα και να επιτύχει την συνθηκολόγηση. Έχει το ελαφρυντικό ότι δεν διέθετε επαρκείς εφεδρείες, αν αυτό είναι ελαφρυντικό. Έκτοτε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Η Στρατιά Μ.Α. επέλεξε την αποχώρηση και την επάνοδο στη γραμμή Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ. Η κυβέρνηση ουδεμία έφερε αντίρρηση, αλλά και πώς να πράξει κάτι τέτοιο αφού δεν είχε άλλες επιλογές και το ουσιαστικώτερο δεν είχε καμμία πλέον δυνατότητα επηρεασμού της κατάστασης. Αυτή η απόφαση της Στρατιάς, έδιδε το μήνυμα στην άλλη πλευρά, στους Τούρκους, ότι είχε αποτύχει στο σκοπό της και παρέδιδε την πρωτοβουλία σ΄αυτούς. Εγκατεστημένη αμυντικώς την προαναφερθείσα τοποθεσία από του Σεπτεμβρίου 1921, ήσαν σαν να έλεγε…. «ελάτε αν μπορείτε να μας διώξετε».

            Όμως, αφού η συνθηκολόγησε δεν επετεύχθη με την επίθεση, δεν επρόκειτο ποτέ να επιτευχθεί με αμυντική στάση. Ο Κεμάλ, εκτιμώντας καλώς το στρατιωτικό, αλλά και το διπλωματικό περιβάλλον και πεισθείς ότι η καλή μοίρα εφεξής θα ήταν παρά το πλευρό του, άρχισε να προετοιμάζεται για την γενική επίθεσή του. Η προετοιμασία διήρκεσε περίπου ένα χρόνο και η επίθεση εκδηλώθηκε στις 13 Αυγούστου 1922.

            Πρέπει να επισημανθεί σ΄αυτό το σημείο ότι, από τα μέσα Μαρτίου 1922, ο Σύμμαχοι, πρωτοστατούσης πλέον της Αγγλίας, είχαν ανακοινώσει στην ελληνική και στην κεμαλική κυβέρνηση, ότι είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους για την επίτευξη ειρήνης, με πλήρη εκκένωση της Μ.Ασίας από τον ελληνικό στρατό και διαρρύθμιση των συνόρων στη Θράκη, κατά τρόπον ώστε, η μεν Ραιδεστός να εκχωρηθεί στην Τουρκία, οι δεν Σαράντα Εκκλησίες στην Ελλάδα. Με την ανακοίνωση αυτή η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να αντιληφθεί ότι η υπόθεση της Μικράς Ασίας είχε χαθεί και απέμενε η πάση θυσία σωτηρία της Ανατολικής Θράκης. Αντί αυτού άφησε τη Στρατιά Μ.Α. εγκατεστημένη επί μήκους μετώπου 700 χιλιομέτρων, με πολλές ελλείψεις και δυσχερή εφοδιασμό. Ή η στρατιωτική ηγεσία δεν μπόρεσε να πείσει την κυβέρνηση ότι έπρεπε να συμπτυχθεί σε άλλη γραμμή, οικονομικώτερη από πλευράς δυνάμεων, όπου θα μπορούσε να αμυνθεί επιτυχώς, καλύπτουσα ευρέως τη Σμύρνη, ή η κυβέρνηση ηθέλησε να αποδοθεί η εκκένωση της Μ. Ασίας σε στρατιωτική ήττα. Ιδού τι διαπίστωσε ο νέος Αρχιστράτηγος Γ. Χατζανέστης, κατά την επίσκεψή του στο μέτωπο, ευθύς ως ανέλαβε τη διοίκηση της Στρατιάς Μ.Α. … «Όχι μόνον εκ του μεγάλου αναπτύγματος του μετώπου και των συναφών αδυναμιών, αλλά και εκ της ελλείψεως δευτέρας γραμμής εκ των προτέρων παρασκευασθείσης, διαπιστώνεται από της πρώτης στιγμής το ιδιαιτέρως ευπαθές της ελληνικής αμύνης. Προστίθενται η δια τοπογραφικούς λόγους άνισος ισχύς του μετώπου, και τα πλείστα κενά εις την αμυντική οργάνωση του εδάφους, ποικίλλοντα από 5 έως και 20 χιλιομέτρων» και καταλήγει ότι «παρά την αμυντική οργάνωση του εδάφους η επιμονή της διατηρήσεως τοιούτου μετώπου, με τόσον ολίγες δυνάμεις, παραμένει αυτόχρημα εγκληματική». Πράγματι, όταν άρχισε η τουρκική επίθεση από ένα από τα επισημανθέντα κενά, πλησίον του Αφιόν Καραχισάρ, το τουρκικό ιππικό υπό τον Φαχρεντίν Αλτάϊ επέτυχε να διεισδύσει και να αιφνιδιάσει τους αμυνόμενους. Αλλά και από παραπλανητικές ενέργειες των τουρκικών δυνάμεων, το Β΄Σ.Σ., κατόπιν λανθασμένης εκτίμησης, δεν έσπευσε σε βοήθεια του Α΄Σ.Σ., παρά τις εκκλήσεις του τελευταίου, σε κρίσιμη φάση της όλης εξέλιξης των επιχειρήσεων στο νότιο τομέα (Αφιόν Καραχισάρ). Περιέργως ο Αρχιστράτηγος, καίτοι διαπίστωσε κατά την επίσκεψή του στο μέτωπο κάμψη του ηθικού και λόγοι υπήρχαν πολλοί για τούτο (κόπωση λόγω πολυετούς υπηρεσίας, απογοήτευση εκ της παρατάσεως ενός πολέμου που δεν είχε έκβαση, κακουχίες και στερήσεις, αποθαρρυντική πληροφόρηση για το εσωτερικό), εν τούτοις τελικά επείσθη ότι, όταν ο μαχητής θα ήκουε την σάλπιγγα της μάχης θα γινόταν ο γνωστός Έλληνας μαχητής-ημίθεος. Σ΄αυτό το τελευταίο δεν διαψεύστηκε εξ ολοκλήρου, διότι έστω και αν ηττήθηκαν οι Έλληνες, αναγνωρίσθηκε και από τον αντίπαλο ότι σε πολλές περιπτώσεις επολέμησαν κατά τρόπον εκπληκτικό. Αυτό όμως που του καταλογίζεται είναι η ανεξήγητη αδράνειά του μετά τις τόσο εύστοχες διαπιστώσεις του.

            Όσον αφορά στο εσωτερικό μέτωπο, η εικόνα ήταν απογοητευτική. Το Έθνος ήταν διηρημένο σε δύο πολιτικά φανατισμένες παρατάξεις, η καθεμιά των οποίων ασκούσε έντονη κριτική σε βάρος της άλλης, πολύ συχνά την υποπτευόταν και κάποτε-κάποτε εχάλκευε βαριές κατηγορίες εναντίον της. Παράλληλα με αυτή την κατάσταση, ο κόσμος φερόταν και φαινόταν ωσάν να ήταν αποστασιοποιημένος από τα διαδραματιζόμενα στη Μ.Α. ωσάν να μη πολεμούσε εκεί ο Ελληνισμός ή ωσάν η Μ.Α. να μην ήταν γειτονική, αλλά στην άλλη πλευρά του πλανήτη. Το μέτωπο στη Μικρά Ασία και η πρωτεύουσα του μαχομένου Έθνους ήσαν δύο κόσμοι εντελώς διαφορετικοί, ακόμη και κατά την παραμονή της κατάρρευσης του πρώτου. Η κυβέρνηση δεν εκτιμούσε ορθά την κατάσταση ή την εκτιμούσε, αλλά άφηνε απληροφόρητο το λαό. Αμεριμνησία ή άγνοια καθ΄όν χρόνον η συμφορά ήταν επικειμένη.

            Ένα από τα παράδοξα είναι ότι το Στρατηγείο της Στρατιάς Μ.Α. παρέμεινε πάντοτε στη Σμύρνη, σε απόσταση 300-400 χιλιομέτρων από την αμυντική τοποθεσία. Έτσι δεν είχε αυτό που αποκαλούμε σήμερα «πληροφορίες μάχης πραγματικού χρόνου» (real time intelligence), με αποτέλεσμα και αν οι πληροφορίες που αποκτούσε ήσαν σωστές, τις περισσότερες φορές ήσαν εκτός χρόνου. Σε μία εξελισσόμενη επιχείρηση αυτό έχει σαν επακόλουθο, η διεύθυνση του αγώνος, δηλαδή η λήψη των αποφάσεων και η έκδοση των διαταγών, να έπονται των πραγματικών καταστάσεων του πεδίου μάχης. Αυτή η επιμονή για την παραμονή του στρατηγείου στη Σμύρνη θεωρείται σήμερα από όλους σαν σφάλμα του Γ. Χατζανέστη, αλλά και του προκατόχου του Α.Παπούλα. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον ότι η κυβέρνηση την 22α Αυγούστου αντικατέστησε τον Αρχιστράτηγο Γ.Χατζανέστη με τον Διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού Υποστράτηγο Ν. Τρικούπη, αγνοώντας ότι αυτός ήταν ήδη αιχμάλωτος των Τούρκων. Άλλο παράδοξο είναι η παντελής έλλειψη πρόβλεψης και σχεδιασμού από μέρους της Στρατιάς Μ.Α. μιας πιθανής σύμπτυξης, ώστε αν απαιτείτο, αυτή να εκτελεσθεί στη βάση ενός σχεδίου, με τάξη και αλληλοκάλυψη, να αποφευχθούν πολλές απώλειες και η αιχμαλωσία ολόκληρων Σχηματισμών, αλλά και να δοθεί χρόνος για μία προγραμματισμένη εκκένωση που να συμπεριλαμβάνει και τον άμαχο πληθυσμό. Η ολιγωρία της Στρατιάς είχε προστεθεί στην απρονοησία των Αθηνών.

            Πολλά θα μπορούσαν να γραφούν για την επιχειρηθείσα οργάνωση του Μικρασιατικού Ελληνισμού, με απώτερο σκοπό τη διάσωσή του μέσα από ένα σχέδιο «αυτονόμησης» των ελληνικών περιοχών ή ακόμη και για την σχεδίαση κατάληψης της Κωνσταντινούπολης προς αντιπερισπασμόν. Οι σχεδιασμοί αυτοί παρέμειναν σχεδιασμοί και σήμερα φαίνεται ότι δεν είχαν πιθανότητες επιτυχίας, κυρίως διότι θα παρεμποδίζοντο από τους Συμμάχους, οι οποίοι πλέον είχαν αποφασίσει, όπως έχει προαναφερθεί, την εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό, που εσήμαινε την παράδοσή της στους Τούρκους. Σήμερα, πολλά γράφονται και για το ρόλο του Αρ. Στεργιάδη, αρμοστού της Σμύρνης, ως προς την οργάνωση του Μικρασιατικού Ελληνισμού, που ήταν εντελώς αρνητικός.

            Αλλά και η προσπάθεια δημιουργίας Ποντιακού κράτους, ενός δεύτερου ελληνικού κράτους στην παραθαλάσσια περιοχή του Εύξεινου Πόντου, με κέντρο την Τραπεζούντα, που θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμο, όχι μόνο για την επιβίωση του Ποντιακού Ελληνισμού, αλλά και για την έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας, παρά το αρχικό ενδιαφέρον τον Ελ. Βενιζέλου, έλαβε τέλος με τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, αφού η προκύψασα νέα πολιτική ηγεσία αγνόησε το θέμα.


            Την 26η Αυγούστου, η Στρατιά εξέδωκε διαταγή εκκένωσης της Μ. Ασίας. Αλλά, όπως είχαν τα πράγματα, η εκκένωση ήτα
ν ζήτημα ελαχίστων ημερών και θα επήρχετο και χωρίς τη διαταγή. Το μεγάλο ερώτημα, αν μπορ
ούσε να διατηρηθεί ο Μικρασιατικός Ελληνισμός στις εστίες του και η Ελλάδα η σημερινή να κυριαρχεί και στις δύο πλευρές του Αιγαίου, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Αυτό όμως δεν παρέχει δικαιολογία σ΄αυτούς που ισχυρίζονται ότι η Μικρασιατική Καταστροφή ωφέλησε το ελληνικό κράτος, με το σκεπτικό ότι οι πρόσφυγες ήταν μία
γενναία μετάγγιση ελληνικού αίματος, που συντέλεσε στην ισχυροποίηση και στην οικονομική του ανάπτυξη, ιδιαίτερα στις περιοχές που προσαρτήθηκαν σ΄αυτό μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Είναι δικαιολογία εκ των υστέρων, που
δεν μπορεί να επουλώσει το τραύμα, ούτε να εφησυχάσει τη συνείδηση του Έθνους. Την 5η Σεπτεμβρίου 1922 κανένα ελληνικό στρατιωτικό τμήμα δεν ευρίσκετο στη Μικρά Ασία. Το όνειρο με το οποίο εγαλουχήθησαν γενεές Ελλήνων είχε σβήσει κατά τόσο άδοξο τρόπο.

            Τα σφάλματα της μεγάλης τραγωδίας είναι πολύ δύσκολο να παρουσιασθούν μέσα στο χώρο ενός επετειακού άρθρου, που επιβάλλει επιγραμματική κατά το πλείστον αναφορά σ΄αυτά. Για να κατανοηθούν, απαιτείται προσεκτική μελέτη του σχετικού τμήματος της νεώτερης ιστορίας της Χώρας και όχι η ανάγνωση μιας απλής καταγραφής τους, όπως αυτή εδώ. Θλίβεται κανείς με τα τόσα σφάλματα και διερωτάται πως ένας ευφυής λαός, με πάρα πολλούς ικανούς ανθρώπους, δεν μπόρεσε να προλάβει μία τέτοιου μεγέθους και σημασίας καταστροφή, ή τουλάχιστον να μετριάσει την έκτασή της. Και γράφεται αυτό διότι τελικά δεν περισώθηκε ούτε η Ανατολική Θράκη, που ήταν έξω από το μικρασιατικό θέατρο επιχειρήσεων.

            Σήμερα, ο Ελληνισμός εδώ και στην Κύπρο προκαλείται και απειλείται από τους Τούρκους, ιδιαίτερα από τους κεμαλιστές εθνικιστές. Η μελέτης της ιστορίας και η συνεχής ενημέρωσή μας για τα συμβαίνοντα στη γειτονική χώρα πάνω σε όλους τους τομείς, πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό, εκπαιδευτικό κ.λ.π. θα μας δώσει την απαραίτητη γνώση για την αντιμετώπιση του νεοτουρκικού επεκτατισμού. Οι καιροί αλλάζουν, οι ευκαιρίες επανέρχονται και δεν πρέπει να μας βρουν ούτε ανέτοιμους, ούτε αναποφάσιστους και κυρίως ούτε διχασμένους, για να μη φανούμε ακόμα μία φορά κατώτεροι των περιστάσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: