Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Πόλεμος 1940

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940


 H Ιταλία κηρύσσει πόλεμο και προσβάλλει τα από Αλβανίας σύνορα της Ελλάδας. Συνάντηση Χίτλερ - Μουσσολίνι στη Φλωρεντία, τοπική ώρα 11.00. "Φύρερ, προελαύνουμε.." ήταν τα πρώτα λόγια του Μουσσολίνι.
Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940 ήταν η πολεμική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, η οποία διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 23 Απριλίου 1941. Επίσημη έναρξη του Πολέμου θεωρείται η «επίδοση του τελεσιγράφου», ενώ μετά τις 6 Απριλίου 1941, με την επέμβαση των Γερμανών, συνεχίστηκε ως ελληνοιταλικογερμανικός πόλεμος.

Ο πόλεμος αυτός ήταν το αποτέλεσμα της επεκτατικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι που είχε εγκαθιδρύσει στην Ιταλία. Στα μέσα του 1940, ο Μπενίτο Μουσολίνι, έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους του Άξονα ότι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες. Η Ιταλία είχε ήδη κατακτήσει την Αλβανία από την άνοιξη του 1939, καθώς και πολλές βρετανικές βάσεις στην Αφρική, όπως τη Σομαλιλάνδη, το καλοκαίρι του 1940, αλλά αυτές δεν ήταν επιτυχίες ανάλογες αυτών της ναζιστικής Γερμανίας. Ταυτόχρονα ο Μουσολίνι επιθυμούσε να ισχυροποιήσει τα συμφέροντα της Ιταλίας στα Βαλκάνια, που ένοιωθε ότι απειλούνταν από τη γερμανική πολιτική από την στιμή που η Ρουμανία είχε δεχθεί την γερμανική προστασία για τα πετρελαϊκά της κοιτάσματα.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε ιδιόχειρα στον Έλληνα Πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του δεύτερου, στην Κηφισιά, τελεσίγραφο, με το οποίο απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο, προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Ελληνικού Βασιλείου, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για τις ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του για τη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική. Μετά την άρνηση του Πρωθυπουργού (το περίφημο «όχι»), ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εισβολής στην Ελλάδα.

    Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι ανεξάρτητα των όσων έχουν γραφεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα, ο πόλεμος αυτός δεν ήταν αιφνίδιος. Η επίδοση του τελεσιγράφου αναμενόταν ήδη από ημέρα σε ημέρα, η δε ημερομηνία αυτή της επίδοσης θεωρούνταν η πλέον πιθανή δεδομένου ότι αποτελούσε εθνική επέτειο του φασισμού στην Ιταλία από το 1925. Αλλά και από ένα τεράστιο δίκτυο πληροφοριών που είχε αναπτυχθεί τότε, σε συνδυασμό με διάφορα γεγονότα όπως αναφέρονται παρακάτω, οδηγούσαν με απόλυτη ακρίβεια την επερχόμενη πολεμική σύγκρουση κατά την οποία η Ελλάδα βρέθηκε τουλάχιστον έτοιμη να την αντιμετωπίσει.



Ο Ελληνικός Στρατός αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τον ιταλικό σε υποχώρηση και μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, σχεδόν το ένα τέταρτο του εδάφους της Αλβανίας είχε καταληφθεί από τους Έλληνες. Η αντεπίθεση των Ιταλών, το Μάρτιο του 1941, απέτυχε, με κέρδος μόνο μικρές εδαφικές εκτάσεις στην περιοχή της Χειμάρρας. Τις πρώτες μέρες του Απριλίου, με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, οι Ιταλοί ξεκίνησαν και αυτοί νέα αντεπίθεση. Από τις 12 Απριλίου, ο Ελληνικός Στρατός άρχισε να υποχωρεί από την Αλβανία, για να μην περικυκλωθεί από τους προελαύνοντες Γερμανούς. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, στις 20 Απριλίου και με τους Ιταλούς, τρεις μέρες αργότερα, οι οποίες περαίωσαν τυπικά τον ελληνοϊταλικόγερμανικό πόλεμο.
Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε τη πρώτη νίκη των Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και ανύψωσε το ηθικό των λαών στη σκλαβωμένη Ευρώπη. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η νίκη των Ελλήνων επηρέασε την έκβαση ολόκληρου του πολέμου, καθώς υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναβάλουν την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου να βοηθήσουν τους συμμάχους τους Ιταλούς που έχαναν τον πόλεμο με την Ελλάδα. Η καθυστερημένη επίθεση τον Ιούνιο του 1941, ενέπλεξε τις γερμανικές δυνάμεις στις σκληρές συνθήκες του ρωσικού χειμώνα, με αποτέλεσμα την ήττα τους στη διάρκεια της Μάχης της Μόσχας.



«Alors, c’ est la guerre»

Τα γεγονότα που επακολούθησαν μετά τον τορπιλισμό της Έλλης


Την επαύριο του τορπιλισμού της «Έλλης» η ελληνική κυβέρνηση αποσιώπησε ότι η επίθεση ήταν έργο των Ιταλών. Παρά τα α­διάσειστα στοιχεία και τις υποψίες του λαού για τους ενόχους, η Ελλάδα απέφυγε τη σύρραξη. Έτσι, ο Ιωάννης Μεταξάς κέρδιζε κι άλλον χρόνο προκειμένου να προετοιμάσει τη χώρα του ενάντια σε μια μεγάλη ιταλική εισβολή την οποία ανέμενε από καιρό. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον Μεταξά τελεσίγραφο της ιταλικής κυβέρνησης. Με αυτό, η Ρώμη ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρα­τευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας.

Ο Μεταξάς αρνήθηκε, απαντώντας στα γαλλικά: «Alors, c’ est la guerre» («Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»). Με το «ΟΧΙ» άρχισε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος. Οι εντυπωσιακές νίκες των Ελλήνων κατά των Ιταλών θα έφερναν εν καιρώ τους Γερμανούς στην Ελλάδα, οι οποίοι θα έσπευδαν σε βοήθεια των συμμάχων τους που αποτύγχαναν στην επίθεσή τους από την Αλβανία. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η αναγκαστική γερμανική επέμβαση στα Βαλκάνια επηρέασε την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς καθυστέρησε την Επιχείρη­ση Μπαρμπαρόσα στην ΕΣΣΔ. Άλλοι ιστορικοί διαφωνούν με αυτήν τη θέση. Το βέβαιο είναι πως η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε την πρώτη νίκη κατά μιας χώρας του Άξονα. Το ηθικό παράδειγμα από το «Έπος του ’40» τονιζόταν τότε στους διθυραμβικούς επαίνους για τη μικρή Ελλάδα. Όπως είχε πει και ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Εφεξής δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

Η στροφή του Μεταξά προς τη Μεγάλη Βρετανία

«Δηλαδή θα έπρεπε δια ν’ αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να πρόβλεψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος».

Τα παραπάνω λόγια αποτελούν απόσπασμα από ομιλία του Ιωάννη Μεταξά στους διευθυντές των αθη­ναϊκών εφημερίδων δυο μόνο ημέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου 1940. Η στάση του Μεταξά στη διάρκεια του πολέμου δεν αποτελούσε ευκαιριακή τοποθέτηση, αλλά υπήρξε φυσιολογικό επακόλουθο της συνεπούς διπλωματικής πορείας της χώρας, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1910, να συνεργάζεται με τη Βρετανία που αποτελούσε τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στον χώρο της Μεσογείου.
Τα σύννεφα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πύκνωσαν στην Ευρώπη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, όταν μια σειρά από ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα ανέλαβαν τον κυβερνητικό έλεγχο σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία. Την ίδια στιγμή στα Βαλκάνια οι ζυμώσεις για τη διαμόρφωση σφαιρών επιρροής άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Η περιοχή άλλωστε αποτελούσε προνομιακό χώρο, όπου τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων τέμνονταν προκαλώντας έτσι αναπόφευκτες εντάσεις, συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις.
Η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία ήταν οι δυο χώρες που ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προωθήσουν τα ερείσμα­τά τους. Ο ανταγωνισμός αυτός προσείλκυσε αναπόφευκτα πολιτικούς από όλα τα Βαλκάνια, πολλοί από τους οποίους ανέλαβαν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες θέλοντας να εκμεταλλευτούν προς όφελος των ιδίων και των κρατών τους την αντιπαράθεση των ισχυρών.
Στο πλαίσιο αυτό, παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ιωάννης Μεταξάς ανέλαβε πρωτοβουλίες, που τελικά ενίσχυσαν τα αγγλικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, κατέφυγε σε αγγλικές τράπεζες για την παροχή δανείων, παρέδωσε τον αποκλειστικό έλεγχο των τηλεπικοινωνιών με το εξωτερικό για δεκαέξι χρόνια σε αγγλικές εταιρείες, ενώ διατήρησε το εργοστάσιο συναρμολόγησης αεροπλάνων υπό βρετανικό έλεγχο,
Η εκχώρηση των κρατικών υποδομών στους Βρετανούς διέλυσε, όπως ήταν λογικό, τους ενδοιασμούς του Λονδίνου για τις προθέσεις του Μεταξά. Στα τέλη του 1938 ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα βομβάρδιζε την υπηρεσία του με αναφορές εκθειάζοντας το καθεστώς Μεταξά, τη μόνη λύση στο πολιτικό χάος τα χώρας, όπως έλεγε. Η απροκάλυπτη αγγλική υποστήριξη εξώθησε τον Μεταξά σε ακόμη μεγαλύτερη προσχώρηση στη βρετανική συμμαχία.
«Αυτό που επιθυ­μώ», εκμυστηρευόταν στον Βρετανό πρεσβευτή στα τέλη του 1938, «είναι μια συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετα­νία. Και γιατί όχι. Θα πρέπει να δεχτούμε ως δεδομένο ότι σε περίπτωση ευρωπαϊκού πολέμου, το ναυτικό και η αεροπορία της Μεγάλης Βρετανίας θα έχουν απόλυτη ανάγκη των ελληνικών νησιών και λιμα­νιών… Μια συμμαχία επομένως θα ήταν το φυσικότερο πράγμα, από την άποψη ότι δεν υπάρχει άνδρας ή γυναίκα ή παιδί στην Ελλάδα που να μην είναι ολόψυχα αφοσιωμένοι στη χώρα σας».
Οι προτάσεις Μεταξά οδήγησαν τον Waterlow στην άποψη ότι ο Έλληνας δικτάτορας ήταν πολύ καλύτερος από τους συνηθισμένους πολιτικούς και ότι «αν και γερμανόφιλος, οι σχέσεις μας με τον τωρινό πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου υπήρξαν φιλικότερες από τις σχέσεις μας με τους προκατόχους του». Οι επισημάνσεις του πρεσβευτή κλόνισαν τελικά τις επιφυλάξεις του Λονδίνου, παραμερίζονται και τους τελευταίους δισταγμούς του για τα οφέλη από μια πιθανή συμμαχία με την Ελλάδα.
Έτσι τον Απρίλιο του 1939, όταν ο Μου­σολίνι κατέλαβε στρατιωτικά την Αλβανία, η Αγγλία και η Γαλλία εγγυήθηκαν επίσημα την ανεξαρτησία της Ελλάδας και της Ρουμανίας σχηματοποιώντας έτσι τα στρατόπεδα που διαμορφώνονταν στην περιοχή. Αν και η παραπάνω εγγύηση δημιουργούσε περισσότερο μια ηθική υποχρέωση και δεν αποτελούσε σαφή δέσμευση από την πλευρά της Βρετανίας κήρυξης πολέμου για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, έγινε δεκτή με ανακούφιση.

Σύγκλιση βασικής στρατηγικής με αποκλίσεις τακτικής


Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα, ενάμιση, δηλαδή, χρόνο πριν από την επίσημη κήρυξη του πολέμου, οι ενέργειες του Μεταξά ήταν όλο και πιο εναρμονισμένες με την πολιτική του Λονδίνου. Έτσι, οι προσπάθειες της Ρώμης να προσεγγίσει την Αθήνα κοινοποιήθηκαν στο Λονδίνο και όπως ήταν φυσικό απορρί­φθηκαν. Την ίδια στιγμή το «φλερτ» της Βουλγαρίας με τις δυνάμεις του Άξονα μεγάλωνε την ανασφάλεια της Αθήνας για την τύχη της Μακεδονίας στην αγκαλιά της Βρετανίας.
Η οριστικοποίηση της ελληνοβρετανικής συνεργασίας επικυρώθηκε με την υπογραφή διμερούς εμπορικής συμφωνίας τον Ιανουάριο του 1940, που προέβλεπε περικοπή των ελληνικών εξαγωγών προς τη Γερμανία. Η Ελλάδα είχε καταστεί δέσμια των βρετανικών οικονομικών συμφερόντων, κάτι που βεβαίως έγινε αντιληπτό τόσο στο Βερολίνο όσο και στη Ρώμη. Ως εκ τούτου, το καθεστώς ουδετερότητας είχε πια τυπική μόνο σημασία, αφού κατ’ ουσίαν η Αθήνα είχε ήδη με τις ενέργειές τις επιλέξει τελεσίδικα το στρατόπεδο του Λονδίνου.
Θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί πως η πολιτική της Βρετανίας στα Βαλκάνια απέβλεπε κυρίως στην υπεράσπιση της Τουρκίας και των Στενών, σε αντίθεση με τους Γάλλους που προτιμούσαν την ανάληψη πιο ριζοσπαστικών πρωτοβουλιών, όπως την εγκατάσταση συμμαχικού προγεφυρώματος στη Θεσσαλονίκη. Όσον αφορά την Ελλάδα, η βρετα­νική θέση συνοψιζόταν πως σε περίπτωση ιταλικής εισβολής, βρετανικές δυνάμεις θα αποβιβάζονταν στην Κρήτη για να βοηθήσουν τους Έλληνες στην απόκρουση τα ιταλικής επίθεσης, ενώ ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος στο Αιγαίο θα κι­νητοποιούνταν για να διασφαλίσει τον έλεγχο των επικοινωνιών στην περιοχή. Η διασφάλιση δηλαδή τα εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας εξαρτάτο πολύ περισσότερο από την ικανότητα της Βρετανίας να νικήσει την Ιταλία σε έναν διμερή πόλεμο, παρά από τη δυνατότητα τα να προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Οι ελληνικές πρωτοβουλίες δεν έμεναν φυσικά απαρατήρητες από το καθεστώς του Μουσολίνι προκαλώντας τη δυσαρέσκειά του. Από τις αρχές κιόλας του 1940 η ιταλική επιθετικότητα έναντι της χώρας κλιμακώθηκε, αφού η Ρώμη επιθυμούσε να δοκιμάσει τις αντοχές της Αθήνας στις παράλογες αξιώσεις της. Τον Αύγουστο μάλιστα σημειώθηκε συνδυασμένη επίθεση των ιταλικών εφημερίδων εναντίον της Ελλάδας, ενώ ελληνικά πλοία παρενοχλούνταν στο Αιγαίο από την ιταλική διοίκηση της Δωδεκανήσου.
Σύμφωνα με πρόσφατες αρχειακές μαρτυρίες από τα ιταλικά αρχεία, ο Μουσολίνι είχε αποφασίσει να κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα ήδη από το καλοκαίρι του 1940 με συμβολική κίνηση τον τορπιλισμό της «Έλλη», αλλά υποχρεώθηκε να αναβάλει για μερικούς μήνες τα σχέδιά του έπειτα από συμβουλές των Γερμανών. Αμέσως μετά τα γεγονότα του Δεκαπενταύγουστου ο Μεταξάς σε μια συγκινησιακά φορτισμένη συνάντησή του με τον Βρετανό πρε­σβευτή, του ζήτησε την αμέριστη βρετανική υποστήριξη δηλώνοντάς του κατηγορηματικά ότι είχε αποφασίσει να αντισταθεί σε κάθε επιβουλή του Άξονα εναντίον της Ελλάδα και ότι σε κάθε περίπτωση προτιμούσε την καταστροφή της χώρας του, από την ταπείνωσή της.
Η αποφασιστικότητα του Μεταξά προκάλεσε την αντίδραση του ίδιου του Τσόρτσιλ, ο οποίος σε μήνυμά του προς τον Έλληνα δικτάτορα, στις 25 Αυγούστου 1940, εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον τρόπο με τον οποίο ο Μεταξάς είχε χειριστεί την κρίση και τον διαβεβαίωνε πως η θαρραλέα στάση των Ελλήνων, υπό την ηγεσία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό του αγγλικού λαού, που έβλεπε στη στάση των Ελλήνων το παράδειγμα των προγόνων τους μπροστά στον περσικό κίνδυνο.
Ωστόσο, ο Βρετανός πρωθυπουργός επανέλαβε και πάλι τη γνωστή θέση του Λονδίνου πως σε περίπτωση ελληνοϊταλικής σύρραξης η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να αναμένει βρετανική βοήθεια για την προστασία των ηπειρωτικών περιοχών της, αλλά να προσδοκά μόνο βρετανική αεροπορική επίθεση εναντίον της Ιταλίας καθώς και αποστολή δυνάμεων για την άμυνα της Κρήτης. Παρά τη βρετανική διστακτικότητα, όμως ο Μεταξάς δεν έδειξε να υπαναχωρεί από τις θέσεις του. «Απόφασίς μου εις αντίστασιν μέχρις εσχάτων» σημείωνε με αποφασιστικότητα στο «Ημερολόγιό» του. Η άρνησή του να αποδεχθεί το ιταλικό τελεσίγραφο τα χαράματα της 28ns Οκτωβρίου 1940 ήρθε απλώς να επισφραγίσει τις εκπεφρασμένες πεποιθήσεις του.



Οι λανθασμένες εκτιμήσεις των Ιταλών «πληρώθηκαν» στην κορυφογραμμή της Πίνδου


Στις 15 Οκτωβρίου 1940 στο γραφείο του Μπενίτο Μουσολίνι στη Ρώμη πραγματοποιήθηκε κρίσιμη σύσκεψη, στην οποία ελήφθησαν οι τελικές αποφάσεις για τη διεξαγωγή επιθετικής στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον της Ελλάδας. Παρόντες στη σύσκεψη ήταν, εκτός του Ιταλού δικτάτορα, ο υπουργός των Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο, ο αρχηγός και ο υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθώς και οι επικεφαλής των στρατευμάτων που βρίσκονταν στην Αλβανία. Μέσα σε κλίμα έκδηλου ενθουσιασμού ο Ντούτσε ανακοίνωσε την απόφασή του για την κήρυξη πολέμου εναντίον της Ελλάδας, απόφαση που, όπως είπε, είχε ωριμάσει μέσα του «επί πολύ καιρό». Ήταν η ομολογία μιας επιθυμίας που είχε χαραχθεί αρκετούς μήνες νωρίτερα και είχε σε αρχικό στάδιο εκ­φρασθεί με τον τορπιλισμό της «Έλλης» ανήμερα της Παναγίας, στις 15 Αυγούστου του 1940.
Οι επιθετικές διαθέσεις του Μουσο­λίνι ενισχύθηκαν από τις διαβεβαιώσεις της στρατιωτικής ηγεσίας πως οι Ιτα­λοί στρατιώτες ανυπομονούσαν να εμπλακούν στις πολεμικές συγκρούσεις σε αντίθεση με τους Έλληνες, που φαίνονταν απρόθυμοι αλλά και ανέτοιμοι να αντιπαραθέσουν αξιόλογη αντίσταση. Ωστόσο, παρά τις εισηγήσεις των Ιταλών στρατηγών τα δεδομένα παραμονές της ελληνοϊταλικής σύγκρουσης φαίνεται ότι ήταν αρκετά διαφορετικά.
Η Ελλάδα όχι μόνο δεν ήταν απροετοίμαστη αλλά είχε φροντίσει ήδη, έστω και καθυστερημένα, από τον Απρίλιο του 1939, όταν η Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία, να αναθεωρήσει το αμυντικό της δόγμα που έως τότε βασιζόταν κυρίως στα οχυρωματικά έργα κατά μήκος των βορείων συνόρων της και να προετοιμασθεί για το ενδεχόμενο χερσαίας επίθεσης από την πλευρά της Ηπείρου. Από την άλλη, οι Έλληνες στρατιώτες μόνο απρόθυμα δεν αντιμετώπισαν την κήρυξη του πολέμου. Τέλος, το φρόνημα των Ιταλών στρατιωτών υπερτονιζόταν δυσανάλογα σε σχέση με τις πραγματικές διαθέσεις τους και τη νομιμοφροσύνη τους απέναντι στο φασιστικό καθεστώς.
 
Το «μαρτύριο» του πρεσβευτή

Προφανώς τέτοιου είδους αποθαρρυντικές πληροφορίες θα είχαν φθάσει στα αυτιά του Ιταλού πρεσβευτή στην Αθήνα, Εμμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος δεν έκρυβε την αγωνία του για τις πρωτοβουλίες των πολιτικών του προϊσταμένων. «Φαντάζομαι ότι στο κελί του θανάτου οι καταδικασμένοι θα περνούν ώρες όχι πολύ διαφορετικές από αυτές που περνώ εγώ τώρα», σημείωνε, λίγο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών. Το «μαρτύριο» του Ιταλού πρεσβευτή ολοκληρώθηκε τα χαράματα της 28ns Οκτωβρίου, όταν επέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το ιταλικό τελεσίγραφο. «Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα τη μεγαλύτερη απέχθεια για το επάγγελμά μου», εξομολογείται ο Ιταλός διπλωμάτης.


Η είδηση της κήρυξης του πολέμου προκάλεσε παλλαϊκές εκδηλώσεις ενθουσιασμού στην Αθή­να. «Σιγά σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. Τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα και πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων, με στολές της EON ή με πολιτικά, έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους, με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Κρατούν εικόνες του βασιλιά, του Μεταξά, του καταδρομικού Έλλη με την επιγραφή: Δεν λησμονούμε. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητω­κραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιο ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνομαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τό­πο: Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό», περιγράφει εκείνο το πρωινό του Οκτωβρίου ο Γιώργος Θεοτοκάς.

Αλλά και στην κορυφογραμμή της Πίνδου ο ελληνικός στρατός ήταν πιο αποφασισμένος από ποτέ. Εμψυχώνοντας τους άνδρες του ο διοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου, Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης, σε ημερήσια διαταγή του αναφέρθηκε στο δίκαιο του ελληνικού αγώνα επικαλούμενος τα κατορθώματα των προγό­νων: «Οι Επαναστάται του ’21 με ξύλα και δρεπάνια αντιμε­τώπισαν Στρατόν της εποχής επιστημονικώς οπλισμένον χάρις εις το εξυψωμένον ηθικόν των… σήμερον εμείς με οπλισμόν σχεδόν ισάξιον του αντιπάλου θα υστερήσωμεν των προγόνων μας; Με το ανώτερον ηθικόν μας, με το δίκαιον του αγώνος μας, με τη δύναμιν του Θεού, θα εξέλθωμεν νικηφόροι της δοκιμασίας. Η πίστις μετακινεί όρη».
Οι ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις στο μέτωπο (Ήπειρος και Δυτική Μα­κεδονία) υπερτερούσαν αριθμητικά των αντίστοιχων ελληνικών, χωρίς όμως να υπολογίζονται οι ελληνικές εφεδρείες. Σύμφωνα με το σχέδιο του ι­ταλικού Γενικού Επιτελείου, θα εκδηλώνονταν δυο κύριες επιθετικές επιχειρήσεις, η πρώτη με στόχο την κατάληψη του Μετσόβου, όπου μάλιστα είχε διατεθεί και η περίφημη μεραρχία των Ιταλών Αλπινιστών «Τζούλια», και η δεύτερη με στόχο την Πρέβεζα για την εξασφάλιση βάσης για το ιταλικό πολεμικό ναυτικό. Αντίθετα, στο μέτωπο της Δυτικής Μακεδονίας το αρχικό ιταλικό σχέδιο ήταν αμυντικό. Ωστόσο, για διάφορους λόγους το ιτα­λικό επιτελικό σχέδιο δεν μπόρεσε τε­λικά να υλοποιηθεί.

Οι τρεις φάσεις του πολέμου

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος χωρίζεται σε τρεις φάσεις. Στη φάση από τις 28 Οκτω­βρίου έως τις 13 Νοεμβρίου 1940, ο ελληνικός στρατός βρέθηκε σε θέση άμυνας και τελικά σταμάτησε την ιταλική προέλαση. Στη συνέχεια, οι Έλληνες στρατιώτες εισήλθαν στο έδαφος της Βορείου Ηπείρου πετυχαίνοντας για περίπου δυο μήνες μεγάλες στρατιωτικές νίκες σε βάρος των Ιταλών. Στην τρίτη φάση του πολέμου από τις 7 Ιανουαρίου έως τις 26 Μαρτίου 1941, αρχικά διακόπηκε η ελ­ληνική αντεπίθεση, ενώ αργότερα εκ­δηλώθηκε η εαρινή ιταλική επίθεση, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα.


Κορυφαία στιγμή της τρίτης φάσης αποτελεί αναμφίβολα η πολύνεκρη μάχη που δό­θηκε γύρω από το «ύψωμα 731». Τόσο οι Έλληνες όσο και οι Ιταλοί στρατιώτες πολέμησαν με γενναιότητα, τιμώντας τον όρκο που είχαν δώσει προς την πατρίδα τους. Πληθώρα μαρτυριών της εποχής καταγράφουν τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις τους, τις στιγμές μεγαλείου αλλά και – όχι σπάνιες – σκηνές αβρότητας μεταξύ τους.
Κρίσιμος διαχωριστικός παράγοντας, πάντως, στάθηκε το αίσθημα του δικαίου που τόνωνε το φρόνημα των Ελλήνων στρατιωτών.

«Πόσες φορές δεν είδα Έλληνες στρατιώτες να δί­νουν τα τελευταία τσιγάρα τους, την πε­ριορισμένη μερίδα του ψωμιού τους σε Ιταλούς που είχαν αιχμαλωτισθεί. Γιατί ο Έλληνας, μολονότι περιέβαλλε με περιφρόνηση τον Ιταλό στρατιώτη, δεν αισθανόταν γι’ αυτόν, ανθρώπινο μίσος. Όλο το μίσος τους οι Έλληνες το επεφύλαξαν για τον Μουσολίνι και τον κόμητα Τσιάνο, για τους ανθρώπους που είχαν ρί­ξει τον ιταλικό στρατό στον πόλεμο. Και αυτό φαινόταν από τα τραγούδια που τραγουδούσαν, ενώ προήλαυναν», επεσήμαινε Άγγλος πολεμικός ανταποκριτής.



Ο βαρύς χειμώνας

Σφοδρός αντίπαλος και για τους δυο αντιμαχόμενους στάθηκε ο βαρύς χειμώνας. Οι πολικές καιρικές συνθήκες με τις συχνές χιονοθύελλες και τη χαμηλή ορατότητα, όπως καταγράφονται στα κινηματογραφικά επίκαιρα της εποχής, ευθύνονται για πλήθος από κρυοπαγήματα που οδήγησαν ακόμη και σε ακρωτηριασμούς. Επέφεραν έτσι πολλές δυσχέρειες στα πεζοπόρα τμήματα, ενώ επέτειναν τις δυσκολίες στον εφοδιασμό των μο­νάδων με τρόφιμα και πυρομαχικά.



Η παθιασμένη ελληνική αντίσταση και οι απρόσμενες, για πολλούς, επιτυχίες των Ελλήνων στρατιωτών υποχρέωσαν τους Βρετανούς να επανεξετάσουν τη στάση τους απέναντι στη «μάχη της Ελλάδας» και να δηλώσουν ετοιμότητα για προσφορά ουσιαστικότερης βοήθειας.
Από την άλλη, οι εξελίξεις στο μέτωπο προκάλεσαν βαθύτατη κρίση στους κόλπους της ιταλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας οδηγώντας σε παραιτήσεις αλλά και ανακλήσεις Ιταλών στρατηγών από την Αλβανία, γεγονότα που τραυμάτισαν σοβαρά το γόητρο του Ιταλού δικτάτορα. Καθήλωσαν επίσης σημαντικές ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις που υπό άλλες συνθήκες θα είχαν διατεθεί σε άλλα μέτωπα, όπως εκείνο της Βόρειας Αφρικής. Υποχρέωσαν, τέλος, τη Γερμανία του Χίτλερ να επέμβει η ίδια στο ελληνικό μέτωπο προκειμένου να δώσει το αποφασιστικό χτύπημα.


Ιάκωβος Μιχαηλίδης
Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Έλληνες στρατιώτες στο Μέτωπο




Πώς είδαν οι Ιταλοί τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο

(20 Οκτωβρίου 1940 - 4 Δεκεμβρίου 1940)

«Θα σας δούμε πάλι μετά από 2 εβδομάδες». Αυτή ήταν η φράση με την οποία οι Ιταλοί στρατιώτες αποχαιρετούσαν τους φίλους τους κατά την αναχώρηση των ιταλικών στρατευμάτων από την Αλβανία για τα ελληνικά σύνορα, μέσα σε συνθήκες αληθινής γιορτής. Η παραπάνω φράση δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη σιγουριά, τη βεβαιότητα, την αλαζονεία που κυριαρχούσε στο ιταλικό στρατόπεδο για την έκβαση του πολέμου. Ήταν αισιόδοξοι ότι θα πετύχουν μια κεραυνοβόλα επιτυχία ανάλογη με εκείνες που είχαν πετύχει μέχρι τότε οι σύμμαχοί τους, οι Γερμανοί, καθώς πίστευαν ότι οι Έλληνες δεν θα τους πρόβαλλαν αξιόλογη αντίσταση.

Πιο αισιόδοξοι από όλους ήταν οι στρατηγοί του ιταλικού Γ.Ε.Σ. . Ο αρχηγός του, ο στρατηγός Γκρατσιάνι, δεν πίστευε στη μαχητικότητα του ελληνικού στρατεύματος και μάλιστα στην τελική διαταγή επιχειρήσεων στις 20 Οκτωβρίου 1940 μεταξύ άλλων αναφέρει ότι «οι επιχειρήσεις θα αρχίσουν χωρίς την άφιξη των προβλεπόμενων ενισχύσεων». Τόσο σίγουροι ήταν για την τελική επικράτηση.
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 οι Ιταλοί παραβιάζουν τα ελληνικά σύνορα. Οι πρώτες πληροφορίες από το μέτωπο μιλούν για ταχύτατη προέλαση των ιταλικών στρατευμάτων (χωρίς μάλιστα αεροπορική στήριξη) και προκαλούν μεγάλο ενθουσιασμό στην Ιταλία. Οι Ιταλοί επιτελάρχες ερμήνευσαν μάλλον λάθος την «βάση σχεδίου» σύμπτυξη των ελληνικών προκαλυπτικών τμημάτων την πρώτη μέρα. Νόμισαν ότι οι ελληνικές δυνάμεις υποχωρούν. Ο Υπουργός Εξωτερικών Τσιάνο γράφει στο ημερολόγιό του στις 28 Οκτωβρίου ότι «παρά την κακοκαιρία τα στρατεύματά μας προελαύνουν γρήγορα μολονότι δεν υποστηρίζονται από την αεροπορία… Ο Ντούτσε είναι ευδιάθετος», ενώ την επομένη γράφει ότι «ουδείς κινείται να βοηθήσει τους Έλληνες. Τώρα είναι απλώς θέμα ταχύτητας».
Το ίδιο αισιόδοξο πνεύμα μαρτυρούν και τα πολεμικά ανακοινωθέντα, π.χ. το υπ’ αριθμόν 147 της 1ηςΝοεμβρίου αναφέρει ότι «οι εις Ήπειρον επιχειρήσεις εξελίσσονται κανονικά. Τα στρατεύματά μας έφθασαν στον οδικό κόμβο Καλιμπάκι» (έτσι λανθασμένα αποκαλούσαν το Καλπάκι).
Η διάταξη του Ιταλικού και του Ελληνικού στρατού τον Οκτώβριο του 1940
Η διάταξη του Ιταλικού και του Ελληνικού στρατού τον Οκτώβριο του 1940

Το αλαζονικό πνεύμα φαίνεται ολοκάθαρα και στα λεγόμενα στο βιβλίο του αρχηγού Γ.Ε.Α. Φ. Πρίκολο («Αδράνεια κατά ηρωισμού», 1946). Αναφέρει ότι ο Μουσολίνι εμπιστευόταν τον αρχιστράτηγο των επιχειρήσεων Β. Πράσκα και ότι άκουσε τον στρατηγό Σοντού (υφυπουργό Στρατιωτικών) να διαβεβαιώνει ότι απαιτείται 1 εβδομάδα να καταλάβει ο ιταλικός στρατός τα Γιάννενα και 15-20 μέρες την Πρέβεζα. Μάλιστα ανέθεσε στον στρατηγό Πρίκολο να μεταβεί στο μέτωπο και να επιδώσει συγχαρητήρια επιστολή στον αρχιστράτηγο.

Ιταλός αλπινιστής στο πεδίο μάχης
Πράγματι στις 2 Νοεμβρίου τον συνάντησε στο ηπειρωτικό μέτωπο (μεταξύ Δολιανών και Καλπακίου) και επέδωσε στον Πράσκα την επιστολή του Μουσολίνι, με την οποία τον συνέχαιρε για τη μέχρι τώρα εξέλιξη των επιχειρήσεων, του έκανε γνωστό ότι η αποβατική επιχείρηση εναντίον της Κέρκυρας αναβάλλεται και ότι θα στείλει ενισχύσεις (τη μεραρχία «Μπάρι», που προοριζόταν για την Κέρκυρα και 3 ακόμη από Ιταλία). Ο στρατηγός Πράσκα είπε: «μπορείτε να ανακοινώσετε στον Ντούτσε ότι πρέπει να είναι τελείως ήσυχος. Με τις 3 μεραρχίες ή και χωρίς αυτές υπολογίζω να είμαι σε 3 μέρες στα Ιωάννινα και σε 1 εβδομάδα στην Πρέβεζα. Οι Έλληνες αντιτάσσουν ψεύτικη αντίσταση και τράπηκαν σε φυγή. Αφού πέρασαν 6 μέρες από την έναρξη των επιχειρήσεων, δεν υφίσταται πλέον κίνδυνος και στο μέτωπο της Κορυτσάς. Οι Έλληνες δεν επιτέθηκαν μέχρι τώρα και δεν πρόκειται να επιτεθούν πλέον».
Επιπλέον ο Ιταλός πολιτικός διοικητής στην Αλβανία Τζακομόνι μετέδιδε στον Πράσκα στις 2 Νοεμβρίου: «όταν φτάσεις στην Πρέβεζα θα ονομασθείς στρατηγός στρατιάς και όταν φτάσεις στην Αθήνα στρατάρχης της Ιταλίας».
Όμως η αισιοδοξία των Ιταλών κράτησε μόνο 6 μέρες. Ο στρατηγός Αρμελλίνι του Γενικού Επιτελείου έγραφε στο ημερολόγιό του στις 3 Νοεμβρίου: «ο πόλεμος στην Ελλάδα προχωρεί αργά και με μεγάλες δυσχέρειες, αντίσταση κατά των στρατευμάτων μας … ενώ θα έπρεπε, κατά τις πληροφορίες που μας δίνονταν, να έχουν γίνει δεκτά με ανοιχτές αγκάλες. … Στην Ήπειρο η προέλαση εξελίσσεται αργά, στην Κορυτσά οι Έλληνες εξαπέλυσαν επίθεση με μικρές επιτυχίες. Οι επιχειρήσεις δεν είναι τόσο αναίμακτες, όπως οι Τζιακομόνι, Τσιάνο και η παρέα τους πίστευαν …».
Αντίθετα ο Τσιάνο από την Αλβανία στέλνει επιστολή στον Ντούτσε και τον ενημερώνει ότι: «οι επιχειρήσεις βαίνουν καλώς και η ελληνική αντίσταση παρουσιάζεται ασθενής, πλην όμως, για να επιτευχθεί η ενέργεια, …. θα ήταν απαραίτητη η άμεση αποστολή των τριών μεραρχιών». Όμως το πολεμικό ανακοινωθέν με αριθμό 149 της 3ης Νοεμβρίου επιβεβαιώνει ότι οι επιχειρήσεις εμφανίζουν στασιμότητα.

Η γερμανική επίθεση την άνοιξη του 1941

Αυτή η νέα κατάσταση στο μέτωπο δημιούργησε κλίμα ανησυχίας στην Ιταλία. Στις 4 Νοεμβρίου ο Μουσολίνι καλεί σε σύσκεψη τους αρχηγούς των επιτελείων και αποφασίστηκε η αποστολή 12 τουλάχιστον μεραρχιών στην Αλβανία και η αντικατάσταση του στρατηγού Πράσκα με τον στρατηγό Ουμπάλντο Σοντού, πρώην υφυπουργό Στρατιωτικών.
Ο Πράσκα όμως εξαπατήθηκε, γιατί του αναγγέλθηκε η αντικατάσταση όχι αμέσως, αλλά στις 9 Νοεμβρίου. Η πικρία που ένιωσε ο απερχόμενος στρατηγός φαίνεται στο βιβλίο, που έγραψε αργότερα: «… το απόγευμα της 5ης Νοεμβρίου δέχθηκα απροσδόκητη επίσκεψη του στρατηγού Σοντού στο στρατηγείο στη Δερβιτσάνη. Είχα ακόμη εμπιστοσύνη σε αυτόν… Με αγκάλιασε … μου είπε ότι ήρθε να με βοηθήσει ιδίως στην επίσπευση της μεταφοράς ενισχύσεων. … Την επομένη επέστρεψε και μου διευκρίνισε ότι ήλθε στην Αλβανία όχι μόνο για να βελτιώσει τις μεταφορές, αλλά και ως εντεταλμένος του Μουσολίνι, να μελετήσει επί τόπου την κατάσταση. Οι δυνάμεις μας έπρεπε να αυξηθούν σημαντικά και να σχηματιστεί μια ομάδα με 2 στρατιές, μια στην Ήπειρο και άλλη στον τομέα της Κορυτσάς. Θα ανελάμβανε τη διοίκηση της Ομάδας Στρατιών και εγώ, αν δεχόμουν, θα γινόμουν διοικητής της Στρατιάς Ηπείρου. … Με παρακαλούσε θερμά να δεχθώ και εξ ονόματος του Μουσολίνι. Απάντησα ότι δέχομαι … με φίλησε … και μου είπε: θα δεις πόσο καλά θα συνεργαστούμε, θα γίνουμε και οι δύο στρατηγοί στρατιάς και κατόπιν στρατάρχες της Ιταλίας».
Αυτές οι ίντριγκες συνέβαιναν στο ιταλικό στρατόπεδο, ενώ ο Τσιάνο έγραφε στο ημερολόγιό του στις 6 Νοεμβρίου: «Ο Ντούτσε είναι δυσαρεστημένος από την εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα. Ο εχθρός επιτέθηκε στην Κορυτσά, όπου σημείωσε μερικές προόδους. Πάντως είναι γεγονός ότι σήμερα, όγδοη ημέρα των επιχειρήσεων, η πρωτοβουλία περιήλθε στον εχθρό».

Γελοιογραφία με τον Μουσολίνι για τον Πόλεμο του 1940
Καστανάκης
Στις 7 Νοεμβρίου από το ημερολόγιο του Τσιάνο φαίνεται ότι η ανησυχία των Ιταλών εντάθηκε ακόμη περισσότερο: «στον τομέα της Κορυτσάς έχουμε ήδη αποσυρθεί στη γραμμή αντίστασης…». Την ίδια μέρα ο στρατηγός Αρμελλίνι, βοηθός του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Μπαντόλιο, γράφει: «η επίθεση στην Ήπειρο ατονεί λόγω εξάντλησης της επιθετικής δυνατότητας των μεραρχιών μας. … στον τομέα της Κορυτσάς οι Έλληνες επιμένουν στην επίθεση. … Συμπερασματικά, ακόμα κι αν επιτευχθεί να διορθωθεί η κατάσταση, πλήρης αποτυχία της επιχείρησής μας».
Τη δεινή θέση παρουσιάζει καθαρά ο πτέραρχος Πρίκολο: «κάθε άλλο παρά προέλαση προς Ιωάννινα και Πρέβεζα. Τα τμήματά μας έχουν αναχαιτισθεί στο Καλπάκι. … Ο Μουσολίνι, αφού εξέτασε τις αεροφωτογραφίες (τα υψώματα Γκραμπάλα, Ψηλορράχη και Ασόνισσα στο Καλπάκι), έμεινε επί αρκετά λεπτά στενοχωρημένος και σιωπηλός. … Οι Έλληνες δεν είχαν καμιά διάθεση να υποχωρήσουν».
Στις 8 Νοεμβρίου υπό πίεση το Ιταλικό Επιτελείο Στρατού εξέδωσε διαταγή: «Κατόπιν ανώτατης διαταγής λαμβανομένης της παρούσης κατάστασης αναστείλατε την επιθετική ενέργεια στην Ήπειρο, ενόψει ανάληψης νέας δράσης μελλοντικά».
Στις 9 Νοεμβρίου αντικαθίσταται τελικά ο Πράσκα από τον Σοντού πράγμα που φανερώνει ανάγλυφα τη δύσκολη θέση που βρισκόταν το ιταλικό στρατόπεδο.
Για ένα μικρό χρονικό διάστημα (9 – 13 Νοεμβρίου) οι Ιταλοί αναθάρρησαν γιατί ο Ελληνικός Στρατός περιόρισε τις επιθετικές ενέργειες. Οι Ιταλοί νόμισαν ότι η ελληνική ορμή εξαντλήθηκε, αλλά στην πραγματικότητα οι Έλληνες ετοιμάζονταν για τη γενική αντεπίθεση.
Στις 14 Νοεμβρίου ο ελληνικός στρατός εξαπολύει γενική αντεπίθεση σε όλο το μέτωπο που κατέληξε στην κατάληψη της Κορυτσάς και άλλων περιοχών της Αλβανίας. Ο Αρμελλίνι στις 19 Νοεμβρίου έγραφε: «Ο Ντούτσε είχε χείριστη διάθεση εξαιτίας της κατάληψης της Ερσέκας από τους Έλληνες. Η Ερσέκα είναι ιδιαίτερα αξιόλογη θέση καθόσον διακόπτει τις συγκοινωνίες και παρέχει ευκολία ανάπτυξης δράσης κατά της Κορυτσάς».
Το απόγευμα της 21ης Νοεμβρίου ο Τσιάνο έγραφε: «ο Σοντού ανακοίνωσε ότι προτίθεται να εκκενώσει την Κορυτσά και να συμπτύξει ολόκληρο το μέτωπο. Ο Μουσολίνι του ζητά να το σκεφτεί καλύτερα, αλλά η υποχωρητική κίνηση είναι ήδη σε εξέλιξη και δεν μπορεί πλέον να ανακοπεί…».
28 Νοεμβρίου ο Τσιάνο αναφέρει: «άσχημα νέα από την Αλβανία. Η ελληνική πίεση συνεχίζεται, ενώ η δική μας αντίσταση εξασθενεί», ενώ ο Σταράτσε, αρχηγός της Μιλίτσια, επιστρέφοντας από το μέτωπο, ανέφερε, σύμφωνα πάντα με τα γραπτά του Τσιάνο ότι: «βλέπει την κατάσταση πολύ σκοτεινή…. Οι στρατιώτες μας πολέμησαν λίγο και άσχημα. Αυτή – ισχυρίζεται – είναι η βασική και αληθινή αιτία των εκεί συμβάντων».
Στα τέλη Νοεμβρίου ο πτέραρχος Πρίκολο γράφει στο βιβλίο του: «σε ό,τι αφορά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο δεν έχω παρά ελάχιστα πράγματα να προσθέσω… Η καταστροφή εκδηλώθηκε τόσο απροσδόκητα, τόσο παράλογα και ταυτόχρονα τόσο σοβαρά, ώστε όλοι μας είμαστε χαμένοι».
Στις 30 Νοεμβρίου ο Μουσολίνι συγκάλεσε Υπουργικό Συμβούλιο και εξήγησε στους απληροφόρητους, ακόμη και τότε υπουργούς του, την κατάσταση στο μέτωπο. Ανέλαβε την ευθύνη για την καταστροφή, αλλά άφησε μομφές κατά του στρατάρχη Μπαντόλιο, γιατί ήταν όχι μόνο σύμφωνος για την επίθεση κατά της Ελλάδας, αλλά παρουσιαζόταν ως ο πλέον αδιάλλακτος. Και ο Ντούτσε τελείωσε με τη φράση: «η κατάσταση είναι σοβαρή. Δεν αποκλείεται μάλιστα να αποβεί δραματική».
Σε 3 μέρες ο στρατηγός Σοντού εξέθεσε στον Ντούτσε τη σοβαρότατη στρατιωτική κατάσταση, διασαφήνιζε την αδυναμία αντίδρασης και παρακαλούσε για πολιτική λύση του ζητήματος!!! Ο Τσιάνο έγραψε: «ο Μουσολίνι με καλεί στο Παλάτσο Βενέτσια (το Υπουργείο Στρατιωτικών). Τον βρίσκω κουρασμένο όσο ποτέ άλλοτε. Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, μου λέει. Πρέπει να ζητήσουμε μέσω Χίτλερ εκεχειρία!!! Αδύνατον, του απαντώ. Οι Έλληνες θα θέσουν ως πρώτο όρο την προσωπική εγγύηση του Φύρερ ότι δεν θα ενεργήσουμε ποτέ πλέον εναντίον τους. Προτιμώ να τινάξω τα μυαλά μου παρά να τηλεφωνήσω στον Ρίμπεντροπ (Υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας). … Εκείνο το οποίο έχει σήμερα σημασία είναι να αντέξουμε και να διατηρηθούμε στην Αλβανία. Ο χρόνος θα φέρει τη νίκη. Αν όμως ενδώσουμε, αυτό θα είναι το τέλος».
Ο Μουσολίνι αποφάσισε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια, αποστέλλοντας το νέο αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, τον Καβαλλέρο, στο μέτωπο. Σε κάποια στιγμή εκνευρισμένος είπε: «Κάθε άνθρωπος διαπράττει ένα μοιραίο σφάλμα στη ζωή του. Εγώ το διέπραξα όταν πίστεψα σε όσα μου έλεγε ο στρατηγός Πράσκα. Πώς να το είχα αποφύγει όταν ο άνθρωπος αυτός φαινόταν τόσο βέβαιος για τον εαυτό του;».
Εντωμεταξύ στην επιστολή του Σοντού ο Πρίκολο αντιδρά και γράφει: «Επρόκειτο περί σαφέστατης πρόσκλησης για αίτηση ανακωχής. … Έπρεπε να αποτραπεί απολύτως μια τόσο ταπεινωτική λύση, η οποία θα κάλυπτε το ιταλικό έθνος με ντροπή για αιώνες ολόκληρους…. Εισήλθα μετά από λίγο στο γραφείο του Μουσολίνι. Ήταν εκνευρισμένος και ερεθισμένος όσο ποτέ άλλοτε. … Του είπα ότι αντί να ζητήσουμε ανακωχή από την Ελλάδα δεν είναι προτιμότερο να φύγουμε όλοι για την Αλβανία και να πέσουμε στη μάχη; Μου είπε ότι έχω δίκιο. Δεν θα ζητήσουμε ανακωχή. Τελικά ανακωχή δε ζήτησε. Αλλά η απεγνωσμένη έκκληση του Σοντού μας έριξε όλους στην πιο βαθιά κατάθλιψη. Ήταν η πρώτη σοβαρότατη επίσημη αναγνώριση της τρομερότερης στρατιωτικής κρίσης της ιστορίας μας και της ανικανότητάς μας να την αντιμετωπίσουμε».
Όλα τα παραπάνω δείχνουν ολοκάθαρα ότι η κατάσταση ήταν δραματική στο ιταλικό στρατόπεδο, αφού μάλιστα έφτασαν να σκέφτονται να ζητήσουν ανακωχή από την Ελλάδα. Ήταν το κλίμα χειρότερο και από αυτό που νόμιζε τότε ο ελληνικός λαός και η ηγεσία του.


Βιβλιογραφία και πηγές

Αργολική Βιβλιοθήκη
Ερανιστής,  Γιάννης Σιατούφης
ΣΧΕΔΙΑ, σελίδα αποφοίτων και καθηγητών 6ου Λυκείου Καλλιθέας
ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ ΤΡΙΚΚΗ
Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 74, Αθήνα Οκτώβριος 2002.
“Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica”,
“Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Α.Ε., Αθήνα 1979″,
“28 Οκτωβρίου 1940, SCRIPTA MANENT, εφημ. Ελευθεροτυπία, Ιστορικά, 26 Οκτωβρίου 2000″.
 Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940-1941 Wikipedia


Βιβλία

 Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του '40: οι σχέσεις της Ελλάδος με τη Βρετανία (1935-1941) ΔΟΛ

Αγγελος Βλάχος, ΤΟ ΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ, Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Δημήτριος Σωτ. Λουκάτος, Οπλίτης στο Αλβανικό Μέτωπο: Ημερολογιακές Σημειώσεις 1940-41, Εκδόσεις Ποταμός, 2001)

Το πλατύ ποτάμι, Γιάννης Μπεράτης, Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 Μαργαρίτης, Γιώργος. Προαγγελία θυελλωδών ανέμων. : Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.

Μαρίνα Πετράκη,  Βρετανική πολιτική και προπαγάνδα στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, Εκδόσεις Πατάκη

Οκτώβριος 1940: Η επίθεση εναντίον της Ελλάδας όπως την είδαν οι Ιταλοί
Συλλογικό έργο  Εκδόσεις  Δημ. Παπαδήμας

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ '40-'44: ΠΟΛΕΜΟΣ-ΚΑΤΟΧΗ, Κώστας Χατζηπατέρας, Μαρία Φαφαλιού, ΚΕΔΡΟΣ

1 σχόλιο:

Kevin Collins είπε...

Hi. I really enjoyed my brief visit on your site and I’ll be sure to be back for more.
Can I contact your through your email?

Please email me back.

Thanks!
Kevin
kevincollins1012 gmail.com