Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Κλασικά επιτύμβια ανάγλυφα από την Αμφίπολη και την περιοχή της


Κλασικά επιτύμβια ανάγλυφα από την Αμφίπολη και την περιοχή της




Κατά τη διάρκεια του 4ου αι. π.Χ., με την επεκτατική πολιτική του Φιλίππου Β´ το μακεδονικό κράτος καταλαμβάνει την περιοχή της ανατολικής Μακεδονίας και μαζί με αυτή την αθηναϊκή αποικία της Αμφίπολης (ίδρυση 437 π.Χ.)  [σημ. 1]. Η παραγωγή επιτύμβιων γλυπτών των εργαστηρίων της πόλης κατά το τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. και τον 4ο αι. π.Χ. έχει ισχυρό αττικό χαρακτήρα και δεν επηρεάζεται από την όψιμη ενσωμάτωση της πόλης στο μακεδονικό κράτος στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. (358/7 π.Χ.). Βέβαιο πρέπει να θεωρηθεί το γεγονός ότι οι γλύπτες των πρώτων εργαστηρίων της πόλης ήρθαν από την Αττική. Τα πρώτα αυτά εργαστήρια της Αμφίπολης συγχωνεύουν την αττική τέχνη με την ιωνική παράδοση του βορειοελλαδικού χώρου. Αν στις παλαιότερες επιτύμβιες στήλες μπορεί να διακρίνει κανείς κάποια μακρινή επίδραση ιωνικών εργαστηρίων , σε αυτές του 4ου αι. π.Χ. η κοινή αττική γλώσσα έχει πια κυριαρχήσει , μολονότι ούτε οι πρώτες ούτε οι δεύτερες είναι έργα που ξεπερνούν τα όρια μιας μέτριας τέχνης, ικανής να προσφέρει μνημεία χαμηλής ποιότητας για τις ταφικές απαιτήσεις των κατοίκων της σημαντικής αυτής πόλης .
Από την πόλη της Αμφίπολης, έως σήμερα, μας είναι γνωστές μόλις δύο επιτύμβιες στήλες με ανάγλυφη διακόσμηση του 5ου αι. π.Χ., που θεωρούνται έργα του ίδιου εργαστηρίου. Βρέθηκαν στα όρια μεταξύ ελληνιστικού και κλασικού νεκροταφείου της πόλης . Η πρώτη είναι μια επιτύμβια στήλη με παράσταση γενειοφόρου άνδρα, που χρονολογείται στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. Παριστάνεται όρθιος άνδρας, ντυμένος με ιμάτιο, σε κατατομή προς τα δεξιά. Το δεξί του χέρι είναι στηριγμένο στα ισχία και το αριστερό προτάσσεται, με ανοιχτή την παλάμη, σαν να χειρονομεί. Η δεύτερη είναι μια αποσπασματικά σωζόμενη επιτύμβια στήλη με παράσταση εφήβου . Η μορφή εικονίζεται σε κατατομή προς τα αριστερά, ντυμένη με κοντό χειριδωτό χιτώνα, ζωσμένο στη μέση, και κοντή χλαμύδα πάνω από αυτόν, πιασμένη με πόρπη στο δεξιό ώμο. Το αριστερό χέρι είναι τοποθετημένο στη μέση, σκεπασμένο με τη χλαμύδα, ενώ το δεξί είναι ανυψωμένο, σε χειρονομία γνωστή στην αττική πλαστική. Οι πτυχές των ενδυμάτων ακολουθούν τους πλαστικούς όγκους του σώματος, υποδηλώνοντας ή τονίζοντάς τους.
Από την Αμφίπολη προέρχονται και οι ακόλουθες επιτύμβιες στήλες με ανάγλυφη διακόσμηση του 4ου αι. π.Χ. Η αποσπασματική στήλη της εικόνας 3 εικονίζει δύο γυναικείες μορφές σε έξεργο ανάγλυφο, που φορούν πέπλο, ενώ αυτή στα δεξιά κρατά στο δεξί χέρι μικρή πυξίδα. Οι δύο μορφές στέκονται πάνω σε προεξέχουσα πλίνθο, ενώ λείπει το ανώτερο τμήμα της στήλης. Η επεξεργασία του υλικού είναι πολύ καλής ποιότητας. Το έργο, που έχει αναμφισβήτητο αττικό χαρακτήρα, χρονολογείται στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. με βάση τη σύγκριση με αττικά παράλληλα και πρέπει να είχε εισαχθεί στην πόλη από την Αττική .
Στη στήλη της εικόνας 4 βλέπουμε την παράσταση καθιστής γυναίκας, προφανώς της νεκρής, και όρθιου άνδρα, που ανήκει εικονογραφικά σε γνωστό αττικό θέμα. Η γυναίκα φορά χιτώνα και ιμάτιο, πλησιάζει το αριστερό της χέρι στο πρόσωπό της, ενώ με το δεξί κρατά στον κόρφο της βρέφος. Ο όρθιος άνδρας εικονίζεται σε στάση τριών τετάρτων, φορά ιμάτιο που αφήνει γυμνό το άνω τμήμα του κορμού του και στηρίζεται σε βακτηρία (γραπτή στο βάθος του αναγλύφου), ακουμπώντας το κεφάλι στο δεξί του χέρι. Η στάση του είναι πολύ γνωστή εικονογραφικά από αττικά ανάγλυφα του α´ μισού του 4ου αι. π.Χ., ενώ ο τρόπος απόδοσης του ιματίου της μορφής μοιάζει σε αυτόν αντίστοιχης ανδρικής μορφής σε στήλη ιωνικού εργαστηρίου από την Άνδρο. Χρονολογείται στις αρχές του 4ου αι. π.Χ.
Η αετωματική επιτύμβια στήλη της εικόνας 8 φέρει ανάγλυφη παράσταση δέσποινας και δούλης σε σκηνή καθημερινής ζωής. Η δέσποινα εικονίζεται στα δεξιά, καθισμένη σε δίφρο με τορνευτά πόδια και υποπόδιο. Είναι ντυμένη με λεπτό χιτώνα και ιμάτιο που καλύπτει το πίσω μέρος της κεφαλής και τους ώμους. Όρθια μπροστά της στέκεται η θεραπαινίδα, ντυμένη με πέπλο, προτείνοντας με τα δύο χέρια πυξίδα. Η κόμη και των δύο γυναικών, δουλεμένη συνοπτικά, θα δηλωνόταν με χρώμα που χάθηκε, όπως πιθανόν χάθηκε και κάποιο ζωγραφιστό στολίδι –ανθέμιο ίσως– του αετώματος. Το θέμα θυμίζει την περίφημη αθηναϊκή στήλη της Ηγησούς . Η εργασία είναι γενικά καλή, κυρίως στην απόδοση της θεραπαινίδας, αλλά τον επαρχιακό γλύπτη χαρακτηρίζει κάποια αδεξιότητα. Η καθισμένη μορφή είναι βαριά, οι αναλογίες της όχι απόλυτα σωστές και η πτύχωση του ιματίου στο αριστερό χέρι και του χιτώνα στα πόδια έχει συμβατικότητα και σκληρότητα. Χρονολογείται από τον Δ. Λαζαρίδη στο β’ τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.
Η επιτύμβια στήλη του Αμύντα Μονουνίου  εικονίζει σκηνή δεξίωσης μέσα σε τετράγωνο βύθισμα, κατά τον αττικό τύπο των Bildfeldstelen. Καθισμένος στα αριστερά, σε άνετη στάση, βρίσκεται ο γενειοφόρος νεκρός που δεξιώνεται έφηβο, ο οποίος στέκεται όρθιος μπροστά του. Πίσω από το θρόνο βρίσκεται παιδί-δούλος με αρύβαλλο στο χέρι και κάτω από το κάθισμα ο σκύλος με το κεφάλι στραμμένο προς τον κύριό του· και τα δύο στοιχεία αποτελούν υπαινιγμούς για τις ευχάριστες στιγμές της καθημερινής ζωής (παλαίστρα, κυνήγι). Οι μορφές κοιτάζουν η μία την άλλη σε ατμόσφαιρα μελαγχολίας. Ο γενειοφόρος άνδρας είναι ντυμένος με ιμάτιο, που αφήνει ακάλυπτο το στήθος. Ο νέος φορά χιτώνα και πάνω από αυτόν ιμάτιο, το ένα άκρο του οποίου κρατά στο αριστερό χέρι. Η πτύχωση έχει σαφήνεια, καθώς περιβάλλει και αναδεικνύει τους πλαστικούς όγκους και τα περιγράμματα των σωμάτων, αλλά εμφανίζει και κάποια σκληρότητα. Επάνω από το ανάγλυφο είναι χαραγμένο το όνομα του νεκρού, ενώ πιο ψηλά υπάρχουν δύο ανάγλυφοι ρόδακες .Κάτω από το ανάγλυφο υπάρχει τετράστιχο επίγραμμα:

Τοις μεν ομι<λ>ήσασι ποθείν, πάρα, τοις δε τεκούσ[ι]
πενθείν, οις δε αγνώς πευθομένοις ελεείν•
τόνδε γάρ, εις τόδε, μοίρ<α> κ<α>τήγαγεν, ώστε γε<ν>[έσθαι]
ήσσονα μέν μοίρας, κρείσσονα δε ευλογίας.

Το θέμα της δεξίωσης-αποχαιρετισμού είναι πολύ συνηθισμένο στις αττικές στήλες της κλασικής περιόδου. Στο τέλος της κλασικής εποχής και στην ελληνιστική, το ίδιο θέμα καταλαμβάνει ένα τμήμα της στήλης, μέσα σε ορθογώνιο βύθισμα, που μιμείται με απλουστευμένο τρόπο το σχήμα του ναΐσκου, αφήνοντας έτσι τον απαραίτητο χώρο και για τα υπόλοιπα στοιχεία της στήλης (επιγραφές, επιγράμματα, ρόδακες κ.ά.). Η στήλη ανήκει στο χώρο της αττικής κλασικής παράδοσης. Η παράσταση έχει απλότητα και τρυφερότητα και η έκφραση συναισθημάτων είναι συγκρατημένη. Το θέμα είναι καθαρά αττικό. Με βάση παράλληλα από την Αττική και το σχήμα των γραμμάτων του επιγράμματος το έργο πρέπει να χρονολογηθεί στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εικονογραφίας, όπως π.χ. η παράσταση του Αμύντα με χιτώνα και ιμάτιο, που δεν συνηθίζεται στις στήλες της Αττικής για την απεικόνιση ανδρών νεαρής ηλικίας, υποδεικνύουν ότι το γλυπτό αποτελεί επαρχιακό έργο, τοπικού εργαστηρίου. Η στήλη ξεχωρίζει ως η μόνη γνωστή επιτύμβια στήλη της Αμφίπολης με επίγραμμα αυτού του τοπικού εργαστηρίου, του τελευταίου τέταρτου του 4ου αι. π.Χ.
Η επιτύμβια στήλη αρ. κατ. 7 φέρει παράσταση λυρωδού και οπλίτη σε σκηνή δεξίωσης. Σε ναόσχημο οικοδόμημα που το αποτελούν παραστάδες, επιστύλιο και απλό αέτωμα με ακρωτήρια, παριστάνεται αριστερά, καθισμένος στο θρόνο, λυρωδός να δεξιώνεται όρθιο μπροστά του οπλίτη. Το πρόσωπο του λυρωδού, ο δεξιός ώμος και το δεξί του χέρι, κάτω από τον αγκώνα, έχουν αποκρουσθεί. Η μορφή είναι ντυμένη με ιμάτιο που αφήνει γυμνό το στήθος. Στο βάθος διαφαίνεται το περίγραμμα της λύρας. Ο οπλίτης ντυμένος με κοντή, ζωσμένη χλαμύδα, που αφήνει γυμνό το δεξί μέρος του στήθους, προτείνει το δεξί του χέρι. Φορεί περικεφαλαία με ίππουρι που πέφτει στους ώμους, ενώ στηρίζει την ασπίδα στο έδαφος. Στον ώμο του είναι ριγμένο κοντό ιμάτιο. Λείπει το πάνω μέρος του προσώπου και το άκρο του δεξιού χεριού. Ο Δ. Λαζαρίδης προτείνει μια χρονολόγηση λίγο πριν το 350 π.Χ.
Η αρχαία Τράγιλος (σημερινό Αηδονοχώρι Σερρών) ήταν μία επαρχιακή πόλη στην περιοχή του Στρυμόνα, κοντά στη μεταγενέστερη αθηναϊκή αποικία της Αμφίπολης [σημ. 14]. Μαζί με τη γειτονική Άργιλο (αποικία Ανδρίων) αποτελούν πόλεις που επηρεάστηκαν πολιτικά και πολιτισμικά από την Αμφίπολη. Μετά την ίδρυση της Αμφίπολης το 438 π.Χ. η πόλη βρίσκεται κάτω από την πολιτική και πολιτιστική εξάρτηση της Αθήνας. Η επίδραση της αττικής τέχνης είναι φανερή στα λίγα πλαστικά έργα που έχουμε από την Τράγιλο. Γνήσια αττικά έργα αποτελούν τα πρότυπα τα οποία ακολουθούν τα τοπικά εργαστήρια γλυπτικής Σε αυτή την κατηγορία έργων ανήκει και η επιτύμβια στήλη της Αρδρινής ( που μεταφέρει στην περιφέρεια το γνωστό από τη στήλη της Αμφαρέτης αττικό θέμα Εικονίζεται γυναικεία μορφή σε κατατομή προς τα αριστερά, καθισμένη σε κλισμό. Από πάνω της υπάρχει χαραγμένο το όνομά της, Αρδρίνη  Στα πόδια της, σε μικρότερη κλίμακα, εικονίζεται το παιδί της, που την αγκαλιάζει έως το ύψος των γονάτων. Εικονογραφικό παράλληλο της στήλης αποτελεί η στήλη της Αριστολέας και του γιου της, Αντία, από τον Πειραιά Ο ντόπιος καλλιτέχνης συνδύασε δύο αττικά εικονογραφικά πρότυπα. Από τη στήλη της Αμφαρέτης προέρχεται η στάση του αριστερού χεριού πάνω από το ερεισίνωτο του καθίσματος, ενώ από τη στήλη της Αριστολέας η στάση και η τοποθέτηση του μικρού παιδιού στα πόδια της και η μετωπικότητα της μορφής. Ο τύπος του καθίσματος που καλύπτεται από μακρύ ύφασμα συναντάται και στα δύο έργα  Η χαμηλή ποιότητα της εκτέλεσης, η ξηρή, γραμμική πτυχολογία και το πολύ πρόστυπο ανάγλυφο της στήλης της Αρδρινής επιβεβαιώνει την προέλευσή της από κάποιο τοπικό εργαστήριο.


ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙΤΥΜΒΙΩΝ ΑΝΑΓΛΥΦΩΝ
1. Επιτύμβια στήλη γενειοφόρου ανδρός από την Αμφίπολη. Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας (αρ. ευρ. Λ 314). Τέλη 5ου αι. π.Χ. Αδημοσίευτη (εικ. 1). Βιβλιογραφία: Δ. Λαζαρίδης, Νεάπολις-Χριστούπολις-Καβάλα. Οδηγός του Μουσείου Καβάλας, Αθήνα 1969, σ. 138, πίν. 49.
2. Επιτύμβια στήλη εφήβου από την Αμφίπολη. Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας (αρ. ευρ. Λ 312). Tέλη 5ου αι. π.Χ. Αδημοσίευτη (εικ. 2). Βιβλιογραφία: Δ. Λαζαρίδης, Νεάπολις-Χριστούπολις-Καβάλα, ό.π., σ. 138, πίν. 50• του ίδιου, Αμφίπολις, Αθήνα 1993, εικ. 103.
3. Επιτύμβια στήλη με παράσταση δύο γυναικών από την Αμφίπολη. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου (αρ. ευρ. Μa 3582). Εισηγμένη από την Αττική. Α´ μισό 4ου αι. π.Χ. (εικ. 3). Βιβλιογραφία: Μ. Ηamiaux, Les sculptures grecques. Ι. Des origines à la fin du IVe siècle avant J.C., Paris 1992, αρ. 260• C.W. Clairmont, Classical Attic Tombstones, Kilchberg 1993, αρ. 1.905• A. Pasquier / J.L. Martinez, 100 chefs-d’oeuvre de la sculpture grecque au Louvre, Paris 2007, σ. 89.
4. Επιτύμβια στήλη με παράσταση καθιστής γυναίκας και όρθιου άνδρα από την Αμφίπολη. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου (αρ. ευρ. Μa 800). Πρώτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. (εικ. 4). Βιβλιογραφία: E. Pfuhl, «Spätionische plastik», JdI 50 (1935), σ. 22, εικ. 10• Μ. Hamiaux, ό.π., αρ. 261• C.W. Clairmont, ό.π., αρ. 2.935.
5. Επιτύμβια στήλη με παράσταση δέσποινας και δούλης από την Αμφίπολη. Αρχαιολογικό Μουσείο Αμφίπολης (αρ. ευρ. Λ 702). Δεύτερο τέταρτο 4ου αι. π.Χ. Αδημοσίευτη (εικ. 8). Βιβλιογραφία: Δ. Λαζαρίδης, Νεάπολις-Χριστούπολις-Καβάλα, ό.π., αρ. Λ 315 (παλαιότερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας), σ. 134, πίν. 46• του ίδιου, Αμφίπολις, ό.π., εικ. 100 (αρ. Λ 702).
6. Επιτύμβια στήλη του Αμύντα Μονουνίου από την Αμφίπολη. Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας αρ. ευρ. Λ 199. Μέσα 4ου αι. π.Χ. (εικ. 9). Βιβλιογραφία: Δ. Λαζαρίδης, «Ανασκαφή Αμφιπόλεως», ΠΑΕ 1956, σ. 142, πίν. 47γ• του ίδιου, Νεάπολις-Χριστούπολις-Καβάλα, ό.π., σ. 134, πίν. 47• του ίδιου, Αμφίπολις, ό.π., σ. 78, εικ. 101• Κ. Λαζαρίδη, «Επιτύμβια στήλη από την Αμφίπολη», ΑΕ 1983, σ. 193-201, πίν. 65• C.W. Clairmont, ό.π., αρ. 2.947 (Αμύντας Μονουνίου).
7. Επιτύμβια στήλη λυρωδού και οπλίτη σε σκηνή δεξίωσης από την Αμφίπολη. Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας αρ. ευρ. Λ 228. Αδημοσίευτη. Λίγο πριν το 350 π.Χ. Βιβλιογραφία: Δ. Λαζαρίδης, Νεάπολις-Χριστούπολις-Καβάλα, ό.π., σ. 137.
8. Επιτύμβια στήλη της Αρδρινής από την αρχαία Τράγιλο. Βρέθηκε στην περιοχή του κλασικού- ελληνιστικού νεκροταφείου, εκτεινόμενου νοτιοδυτικά της μονής Προδρόμου. Tέλη 5ου αι. π.Χ.-αρχές 4ου αι. π.Χ. Αδημοσίευτη (εικ. 5). Βιβλιογραφία: Χ. Κουκούλη-Χρυσανθάκη, «Ανασκαφικές έρευνες στην Αρχαία Τράγιλο. Πρώτες γενικές αρχαιολογικές και ιστορικές παρατηρήσεις» στο Αρχαία Μακεδονία 3. Ανακοινώσεις κατά το τρίτο διεθνές συμπόσιο, Θεσσαλονίκη 21-25 Σεπτεμβρίου 1977, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 144, εικ. 34. Της ίδιας, «Νομός Σερρών», ΑΔ 26 (1971) Β2, σ. 418.


Παναγιώτης Κωνσταντινίδης
Αρχαιολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια: